Προκατάληψη
Ευαγγελία Φίγγου (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ.)
Σημείωμα των επιμελητών: Η επισκόπηση της έννοιας της Προκατάληψης εδώ αφορμάται από την κριτική κοινωνική λογο-ψυχολογία και εξετάζει τον όρο μέσα από τους τρόπους που επιτελείται στο λόγο. Διαφέρει λοιπόν από τις εννοιολογήσεις των προκαταλήψεων στη θεραπεία. Αυτό που έχει αξία όμως να φωτίσουμε σε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα, είναι ένα ουσιαστικό σημείο, τη στενή σχέση της προκατάληψης “με κυρίαρχες αξίες της φιλελεύθερης ιδεολογίας όπως η πίστη στον ορθό λόγο και ο ατομικισμός”.
Συντονίστρια: Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα;
Γεράσιμος: Ντάξει δε μπορώ να στα αναλύσω όλα ποια είναι ακριβώς, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, πάντως οι Έλληνες όταν είχαν πάει στην Αμερική δεν κλέβανε
Στράτος: Ούτε στη Γερμανία
Γεράσιμος: Ούτε στη Γερμανία
Συντονίστρια: Εννοείς χαρακτηριστικά προσωπικότητας;
Γεράσιμος: Όχι ακριβώς προσωπικότητας, γενικά κάθε λαός έχει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα
Στράτος: Εμείς είμαστε φιλότιμοι ας πούμε
Γεράσιμος: Ναι
Στράτος: Οι Αλβανοί είναι τετράγωνοι και κόκκινοι και κλέφτες [γέλια]
Γεράσιμος: Οι Αλβανοί κοιτάνε την πονηριά συνέχεια και πώς να κλέψουν
Στράτος: Οι Ρώσοι είναι και τσαμπουκάδες
Γεράσιμος: Ναι οι Ρώσοι κάνουν συνέχεια συμμορίες και…
Περικλής: Και δέρνουν, δέρνουν κόσμο [γέλια]
(Από Φίγγου & Σουρβίνου, 2013)
Το απόσπασμα αποτελεί αναδημοσίευση τμήματος άρθρου που εξέταζε τις αναπαραστάσεις της πολιτειότητας σε συζητήσεις νέων ενηλίκων στην Ελλάδα, με αφορμή έναν τότε νέο (και πολύπαθο) μεταναστευτικό νόμο1. Το απόσπασμα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης κατά την οποία μετανάστες στην Ελλάδα συγκρίνονταν με Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό ως προς τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής. Μέσα σε αυτό το ρητορικό πλαίσιο ο Γεράσιμος υποστήριξε ότι οι Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό πέτυχαν να ενταχθούν οικονομικά και κοινωνικά, εξαιτίας κάποιων χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων που τους διαφοροποιούν από τις μεταναστευτικές ομάδες στην Ελλάδα και μετά από πρόσκληση της συντονίστριας επιχείρησε να διευκρινίσει ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά.
O λόγος του Γεράσιμου και των συνομιλητών του θα μπορούσε να θεωρηθεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απροκάλυπτης «προκατάληψης». Ο όρος -τόσο στα εγχειρίδια κοινωνικής ψυχολογίας, όσο και στον καθημερινό λόγο- χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια αρνητική (εχθρική) στάση2 ή αντίδραση απέναντι στα μέλη μιας ομάδας. Παραπέμπει σε μια προκατασκευασμένη, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση (αρνητική) κρίση3 για μια ομάδα η οποία στιγματίζει όλα τα άτομα που ανήκουν σε αυτή, παραβλέποντας τα ιδιαίτερα, ατομικά τους χαρακτηριστικά (βλ. Brown, 1933. Allport, 1954). Η παραπάνω -σχετικά σταθερή στο χρόνο- εννοιολόγηση της προκατάληψης κάνει εμφανή τη στενή σχέση της με κυρίαρχες αξίες της φιλελεύθερης ιδεολογίας όπως η πίστη στον ορθό λόγο και ο ατομικισμός. Όταν οι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή (ή στις συνεντεύξεις στο πλαίσιο ερευνών) αρνούνται ότι είναι προκατειλημμένοι, στην ουσία αρνούνται ότι υπάρχει κάποιο παράλογο ψυχολογικό κίνητρο πίσω από τις πεποιθήσεις τους. To λάθος ή ο παραλογισμός της προκατάληψης, από την άλλη, εντοπίζεται συνήθως στην άκαμπτη γενίκευση και ομαδοποίηση ανθρώπων. Η γενικευτική κρίση (και στάση) παραβλέπει -τη βασική για τη φιλελεύθερη ιδεολογία και τη θετικιστική ψυχολογία- αρχή ότι η αλήθεια για τους ανθρώπους βρίσκεται εν τέλει στην ατομικότητά τους (Billig, 1988. Wetherell & Potter, 1992).
Καθώς ο όρος συμπυκνώνει και αναπαράγει βασικές αξίες του δυτικού φιλελευθερισμού, οι ρίζες του αναζητούνται στα κείμενα των Διαφωτιστών. Ακολουθώντας τον Gadamer (1979), οι Billig και συνεργάτες (1988) υποστηρίζουν ότι ο όρος «προκατάληψη» απέκτησε την αρνητική σημασία με την οποία τον γνωρίζουμε κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού. Ωστόσο, όταν οι Διαφωτιστές επιχειρηματολογούσαν κατά της προκατάληψης δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα να καταδικάσουν τη φυλετική ή εθνοτική προκατάληψη. Ο ρητορικός «άλλος» στα κείμενά τους ήταν η παραδοσιακή θεολογία, ενώ η θρησκευτική προκατάληψη θεωρούνταν ως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ορθολογική πρόοδο της ανθρωπότητας (Billig et al, 1988). Η άρρηκτη σύνδεση της προκατάληψης με στάσεις και συμπεριφορές απέναντι σε εθνικές, εθνοτικές ή φυλετικές ομάδες εδραιώθηκε τον 20ο αιώνα.
Εξαιτίας της στενής σύνδεσης με φιλελεύθερες αξίες, κριτικές κοινωνιοψυχολογικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούν τον όρο προκατάληψη με αρνητική χροιά για να αποστασιοποιηθούν ρητορικά από την ατομικιστική, αναγωγιστική προσέγγιση της διομαδικής εχθρότητας στην οποία παραπέμπει. Όταν κριτικοί κοινωνικοί ψυχολόγοι αναφέρονται στην «προβληματική της προκατάληψης» (eg. Wetherell & Potter, 1992. Dixon & Levine, 2012), ομαδοποιούν με τον όρο αυτό διαφορετικά θεωρητικά μοντέλα και συγγραφείς (με τους περισσότερους να εντάσσονται στο κυρίαρχο παράδειγμα της κοινωνικής νόησης) οι οποίοι χρησιμοποιώντας τον φακό της προκατάληψης, εξηγούν φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού, ανισότητας και διακρίσεων, ανάγοντάς τα στον ατομικό νου και τους περιορισμούς του.
Παρά το γεγονός ότι η κριτική κοινωνική ψυχολογία απορρίπτει ως αναγωγιστική, πολιτικά αφελή και επικίνδυνη την «προβληματική της προκατάληψης», έχει νόημα να δει κανείς ότι στο παρελθόν η έννοια χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο διαφορετικών πολιτικών εγχειρημάτων, πριν καταλήξει στην αφομοίωσή της από το παράδειγμα της κοινωνικής νόησης. Η έρευνα για την «φυλετική/εθνοτική προκατάληψη» σηματοδοτεί, σύμφωνα με τον Samelson (1978) ανατροπή του κυρίαρχου μέχρι τη δεκαετία του 1920 ερευνητικού παραδείγματος στην ψυχολογία4 που αφορούσε τον εντοπισμό νοητικών διαφορών μεταξύ φυλετικών και εθνοτικών ομάδων. Στη δεκαετία του 1940 το ενδιαφέρον για τις «φυλετικές διαφορές» αντικαταστάθηκε από την ερευνητική ανησυχία για την αιτιογένεση και την αντιμετώπιση της «παράλογης» προκατάληψης (Samelson, ο.π. Richards, 1997). Ο νεογέννητος τότε κλάδος της κοινωνικής ψυχολογίας μέσω της πολύφερνης έννοιας των στάσεων ανέλαβε την εξερεύνηση της φύσης και των αιτίων της προκατάληψης. Επομένως οι πρώτες παραδοχές σχετικά με τη φύση της προκατάληψης ήταν παράλληλα επιχειρήματα ενάντια στην πεποίθηση ότι υπάρχουν εγγενείς «φυλετικές» διαφορές (Figgou, 2002).
Ο Allport (1954) είναι αυτός που συμβάλει καταλυτικά στην αποπολιτικοποίηση του όρου προκατάληψη παρουσιάζοντάς την ως ένα φαινόμενο καθολικό που συνδέεται με την ανάγκη του ανθρώπινου νου για γνωστική οικονομία (μέσω της γενίκευσης). Η θεώρηση που συνδέει την κατηγοριοποίηση/γενίκευση με την εξοικονόμηση (ή τη φειδωλή επένδυση) νοητικής προσπάθειας από πλευράς του ατόμου - γνωστή ως μεταφορά του γνωστικού τσιγκούνη- θα κυριαρχήσει στην κοινωνική ψυχολογία της προκατάληψης και θα εγκαθιδρυθεί στην ζώσα ιδεολογία του κοινού νου, όπως θα δείξουν οι σχετικές έρευνες (Billig, 1988. Billig et al, 1988. Figgou, 2002. Figgou & Condor, 2006).
Μια σημαντική αλλαγή στη μελέτη της προκατάληψης στην κοινωνιοψυχολογική βιβλιογραφία έρχεται στο πλαίσιο της γενικότερης στροφής στο λόγο στις κοινωνικές επιστήμες και της σταδιακής εδραίωσης της ρητορικής και της λογοψυχολογίας. Η λογοψυχολογία αντί να προσπαθεί να αποτυπώσει διεργασίες εντός του ατομικού νου ή να μελετά το λόγο ως έκφραση προκατειλημμένων στάσεων εξετάζει πώς η προκατάληψη επιτελείται στο λόγο. Δείχνει, για παράδειγμα πώς ο λόγος (χρησιμοποιώντας άλλοτε γενίκευση και άλλοτε επιμεροποίηση) δικαιολογεί πρακτικές διάκρισης και κατασκευάζει εκδοχές της πραγματικότητας που διασύρουν, στιγματίζουν ή αποκλείουν τους τους άλλους (Billig, 1985). Δείχνει επίσης πως η προκατάληψη μπορεί να επιτελείται στο λόγο με τρόπους λιγότερο απροκάλυπτους από αυτόν του αποσπάσματος που παρατέθηκε στην αρχή, ανάλογα πάντα με το αλληλεπιδραστικό πλαίσιο. Η αποποίηση για παράδειγμα της προκατάληψης μπορεί να έχει διαφορετικές λειτουργίες και συνέπειες, αναλόγως του αλληλεπιδραστικού πλαισίου (ποι@ μιλάει, σε ποι@ απευθύνεται, τι έχει προηγηθεί κτλ). Εάν ακούσουμε κάποι@ να εκφωνεί τα λόγια «Δεν είμαι προκατειλημμέν@ απέναντι στους πρόσφυγες», για παράδειγμα, είναι πιθανόν να αντιληφθούμε τη δήλωση ως ένδειξη έλλειψης προκατάληψης. Είναι όμως, πιθανό να αντιληφθούμε τη δήλωση ως μια προσπάθεια προκαταβολικής άρνησης της ταυτότητας τ@ προκατειλημμέν@, ακριβώς γιατί θα ακολουθήσουν δηλώσεις που μπορεί να θεωρηθούν προϊόν προκατάληψης. Εξάλλου πολύ συχνά δηλώσεις που φαινομενικά είναι υπέρ της προστασίας μειονοτικών ή άλλων «ευάλωτων κοινωνικά» ομάδων (π.χ. η αναπαράσταση παιδιών Ρομά ως θυμάτων γονεϊκών πρακτικών ή συλλογικών πολιτισμικών πρακτικών) υποκρύπτουν υποτίμηση και αποδυναμώνουν τη μειονοτική ομάδα.
Η ανάλυση λόγου και κυρίως συζητήσεων ομάδων εστίασης που αποτελούν (ή προσιδιάζουν σε) φυσικές ομάδες (Condor et al, 2006. Condor & Figgou, 2012. Φίγγου & Σουρβίνου, 2013) έχει άλλωστε υποστηρίξει ότι η προκατάληψη μπορεί να αποτελεί ένα συλλογικό ρητορικό επίτευγμα. Στο απόσπασμα που παρατέθηκε στην αρχή του κειμένου η φύση του αλληλεπιδραστικού πλαισίου (το γεγονός ότι όσ@ συμμετέχουν της ομάδας είναι φίλ@) επηρεάζει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν χαρακτηρισμοί και επιχειρήματα που θα ήταν ενδεχομένως απίθανο να αρθρωθούν σε μια διαφορετική συνθήκη αλληλεπίδρασης (π.χ. σε μια ατομική συνέντευξη). Το πλαίσιο όμως δεν μπορεί να ταυτιστεί απλά με τη σχέση των συμμετεχόντων μεταξύ τους. Είναι το ίδιο ένα επίτευγμα μιας συνεργατικής δράσης, ένα προϊόν του τρόπου με τον οποίο όσ@ συμμετέχουν προσανατολίζονται προς το διακύβευμα του διαλόγου (που μπορεί να είναι το «φιλικό πείραγμα»). Επομένως τόσο το πλαίσιο της αλληλεπίδρασης, όσο και η προκατάληψη στην προκειμένη περίπτωση συνιστούν ένα διαλογικό, συνεργατικό «επίτευγμα» (Condor & Figgou, 2012).
Βιβλιογραφία
Allport, G.W. (1954). The Nature of Prejudice. New York: Addison-Wesley.
Brown, F. (1933). A socio-psychological analysis of race prejudice. The Journal of Abnormal and Social Psychology, 27(4), 364.
Billig, M. (1985). Prejudice, categorisation and particularisation: From a perceptual to a rhetorical approach. European Journal of Social Psychology, 15,79-103.
Billig, M. (1987). Arguing and Thinking: A rhetorical approach to social psychology. Cambridge: Cambridge University Press.
Billig, M. (1988). The notion of ‘prejudice’: Some rhetorical and ideological aspects. Text, 8, 91-110.
Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. and Radley, A. (1988). Ideological Dilemmas: A social psychology of everyday thinking. London: Sage.
Condor, S., Figgou, L., Abell, J., Gibson S. & Stevenson, C. (2006). They are not racist: Prejudice denial, mitigation and supression in dialogue. British Journal of Social Psychology, 45(3), 441-462.
Dickerson, P. (2021). Κοινωνική Ψυχολογία: Παραδοσιακές και κριτικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Κριτική.
Figgou, L. (2002). Social Psychological and Lay understandings of prejudice, racism and discrimination: An Exploration of their Dilemmatic Aspects. Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή. Πανεπιστήμιο του Lancaster, Μεγάλη Βρετανία.
Figgou, L. & Condor, S. (2006). Irrational Categorization, natural intolerance and reasonable discrimination: Lay representations of prejudice and racism. British Journal of Social Psychology, 45(2), 219-243
Condor, S., & Figgou, L. (2012). Rethinking the prejudice problematic: A collaborative cognition approach. In J. Dixon & M. Levine (Eds) Beyond the prejudice problematic: Extending the social psychology of intergroup conflict, inequality and social change. Cambridge: Cambridge University Press.
Richards, G. (1997). ‘Race’, Racism and Psychology: Towards a Reflexive History. London: Routledge.
Samelson, F. (1978). From ‘race psychology’ to ‘studies in prejudice’: Some observations on the thematic reversal in social psychology. Journal of the History of the Behavioural Sciences, 14: 265-278.
Ο νόμος (3838/10) εισήγαγε νέες διατάξεις για την ελληνική ιθαγένεια. Εκτός των άλλων, προέβλεπε την κτήση αυτής από παιδιά μεταναστών, εφόσον έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν φοιτήσει έξι χρόνια σε ελληνικό σχολείο. Αποδείχτηκε ιδιαίτερα βραχύβιος, καθώς τον Απρίλιο του 2013, μετά από προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, βασικές διατάξεις του κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Τον Ιούλιο του 2015, νέος νόμος επαναφέρει τις διατάξεις του 3838 λίγο διαφοροποιημένες.
Οι όροι «προκατάληψη» και «στερεότυπα» συχνά χρησιμοποιούνται στον καθημερινό λόγο (σε διαφορετικά πολιτισμικά/κοινωνικά πλαίσια) ως συνώνυμες. Παρότι οι δύο αυτοί όροι αλληλεπικαλύπτονται σε σημαντικό βαθμό και στην κοινωνική ψυχολογία, o όρος «στερεότυπο» χρησιμοποιείται κυρίως για να αναφερθεί στις υποκείμενες γνωστικές δομές (σχήματα) που διαμορφώνουν την προκατειλημμένη στάση ή κρίση.
Στα αγγλικά, σύμφωνα με τον Allport (1954) ο όρος prejudice προέρχεται από το pre-judgement προκατασκευασμένη κρίση.
Κάποιοι από τους λόγους που επέβαλαν την αλλαγή παραδείγματος κατά τον Samelson (1978) οι εξής: α) Το 1924 ψηφίζεται στις ΗΠΑ ο νόμος για τον περιορισμό της μετανάστευση, γεγονός που περιορίζει και την ανάγκη για «επιστημονικά τεκμηριωμένα» επιχειρήματα υπέρ του αποκλεισμού συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, β) αρκετοί εκπρόσωποι μειονοτικών εθνοτικών ομάδων έχουν διεισδύσει στους κύκλους των Αμερικανών Ψυχολόγων, γ) κατά τις δεκαετίες ΄1930 και 1940 δημιουργείται η ανάγκη συμπαράταξης και ένωσης των διαφόρων φωνών στην Αμερική απέναντι στον κοινό εχθρό, το Ναζισμό, δ) η πολιτική συσπείρωση αριστερών ψυχολόγων κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης.